Του ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΚΟΥΡΟΥΠΑΚΗ

Όταν η Τέχνη συναντά την Ιστορία με διεργασίες υπερ-χρονικές  το αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να είναι εντυπωσιακό. Αυτή την αίσθηση δημιουργεί και η εικαστική δράση «Εις το Κολόσσιν και εις τα καστελλία» που εγκαινιάσθηκε το Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2015 στο Κάστρο Κολοσσίου από τον διευθυντή των Πολιτιστικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού κ. Παύλο Παρασκευά, που συνδιοργανώνεται από το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού και το Κοινοτικό Συμβούλιο Κολοσσίου.

3

Η έκθεση πραγματοποιείται υπό την επιμέλεια της δρος Νάτιας Αναξαγόρου με στόχο τη στήριξη και προώθηση της πολιτιστικής καινοτομίας εκτός των αστικών κέντρων, αλλά και να θεμελιωθεί μία ουσιαστική αποκεντρωτική πολιτική. Με τις πολιτιστικέ δράσεις αυτές αναζωογονείται ένας γόνιμος διάλογος ανάμεσα στην τέχνη του σήμερα και την ιστορία. Αυτόν ακριβώς τον διάλογο φαίνεται ότι η δρ Νάτια Αναξαγόρου τον έχει αφουγκραστεί πάρα πολύ καλά, αφού και οι προηγούμενες δράσεις της φανερώνουν μία εικαστική συνέπεια και συνέχεια. Να υπενθυμίσουμε τις εικαστικές δράσεις Maniera Cypria και Μη μου Άπτου, στις οποίες το χθες συνομιλούσε ισότιμα με το σήμερα, χωρίς ανταγωνισμό χρωμάτων, σχημάτων ή μανιέρας. Όπως δήλωσε στην «Κ» η δρ Αναξαγόρου τα έργα που εκτίθενται στο κάστρο του Κολοσσίου αναδεικνύουν την ιστορία του, μιας και τα εκθέματα δεν επιβάλλονται στον χώρο, αλλά φαίνεται να είναι μέρος του ή φυσική χρονική συνέχειά του. Άλλωστε, το εμβληματικό κάστρο του Κολοσσίου με την πολυαίωνη ιστορία του είναι μια αυτόφωτη πολιτισμική χοάνη, που με τον τρόπο του ξέρει να αποβάλλει καθετί ξένο. Στους χώρους του κάστρου του Κολοσσίου εκθέτουν 20 σύγχρονοι εικαστικοί, μέσα από τριάντα έργα, ταξιδεύουν τον επισκέπτη στην ιστορία του Κάστρου. Τα δεκαπέντε από τα έργα είναι καινούργιες δημιουργίες, οι οποίες φιλοτεχνήθηκαν ειδικά για τους χώρους του Κάστρου.

5

Λευτέρης Τάππας, Γεράκια.

Η Έκθεση
Στο πρώτο δωμάτιο, που άλλοτε ήταν χώρος προσευχής ή αίθουσα για τις συνεστιάσεις των φεουδαρχών και κτητόρων του Κάστρου, δεσπόζει η τοιχογραφία της Σταύρωσης του τέλους του 15ου αιώνα, δείγμα της σταυροφορικής τέχνης που συνενώνει στοιχεία της Δύσης, της Λεβαντίνης αλλά και της κυπριακής αγιογραφικής παράδοσης. Η υφολογική αυτή πρόσμιξη στην αγιολογική τέχνη της εποχής τυγχάνει ειδικής πραγμάτευσης από σύγχρονους καλλιτέχνες, οι οποίοι ενδιατρίβουν επίσης στους διαδοχικούς φεουδάρχες, τους Ναΐτες, τους Ιωαννίτες Ιππότες και την ενετική οικογένεια Κορνάρο, που μετέτρεψαν τον ντόπιο ελληνικό πληθυσμό σε παροίκους. Τα οικόσημα και τα εμβλήματα των Λουζινιάν καθώς και των ξένων στρατιωτικών ταγμάτων, όπως τα βλέπουμε στη μαρμάρινη πλάκα στην ανατολική εξωτερική πλευρά του Κάστρου δίνουν το έναυσμα καλλιτεχνικής εντρύφησης καθώς επίσης και οι γεωργικές και αγροτικές ενασχολήσεις του γηγενούς πληθυσμού, των παροίκων και των ελευθέρων αγροτών. Σύμφωνα με την δρα Νάτια Αναξαγόρου ο ντόπιος πληθυσμός των απελεύθερων και των δουλοπάροικων αναδεικνύεται επαρκώς από τα εκθέματα.  Το μεγάλο φέουδο του Κολοσσίου ζωντανεύει στο διπλανό δωμάτιο, που χρησίμευε στα μεσαιωνικά χρόνια ως η κουζίνα του Κάστρου. Οι δημιουργοί επίσης κατάφεραν να μετουσιώσουν την ιστορία των απεραντων φυτειών σε Τέχνη με εκθέματα που αναφέρονται στη ζάχαρη, στα χαρούπια στο βαμβάκι, στην κουμανταρία, που υπήρξαν τα κύρια εξαγωγικά προϊόντα της Κύπρου επί Φραγκοκρατίας.

Στα πάνω δωμάτια, όπου διέμενε ο Μεγάλος Διοικητής του Τάγματος του Αγίου Ιωάννη στην Κύπρο, Louis de Magnac, ο οποίος έκτισε το Κάστρο το 1454, ζωντανεύει το παρακείμενο, εργοστάσιο ζαχάρεως με τις κεραμικές κωνικές κούπες όπου γινόταν η επεξεργασία του ζαχαροκαλάμου.  Ζωντανεύει παράλληλα η αγαπημένη ψυχαγωγική συνήθεια των Λουζινιανών βασιλέων και των ιπποτών, που ήταν το κυνήγι με τα γεράκια, εκπαιδευμένα για τον σκοπό αυτό από ειδικούς, τους ιερακάριους ή γερακάρηδες, όπως μας πληροφορεί ο Λεόντιος Μαχαιράς.

Άγγελος Μαρκίδης, Φεουδάρχες και Υποτελείς

Άγγελος Μαρκίδης, Φεουδάρχες και Υποτελείς

Στα πάνω δωμάτια η τραγική μοίρα της τελευταίας βασίλισσας της Κύπρου, της Ενετής Αικατερίνης Κορνάρο τροφοδοτεί ακόμη μια σειρά από πέντε έργα και εγκαταστάσεις στον χώρο, κάποια εμπνευσμένα από τα ιστορικά συμβάντα επί των ημερών της, όπως τα διηγείται ο Γεώργιος Βουστρώνιος στο Χρονικό του, απ’ όπου και ο τίτλος της έκθεσης.  Οι απεσταλμένοι της Αικατερίνης Κορνάρο καταφθάνουν εδώ το 1473 για να κατάσχουν τον κρυμμένο στο Κάστρο του Κολοσσίου θησαυρό του Ιακώβου Ζαπλάνα, ενός εκ των συνωμοτών για την ανατροπή της.  Αφηγείται χαρακτηριστικά ο Γεώργιος Βουστρώνιος στην κυπριακή διάλεκτο του 15ου αιώνα «επήγαν εις το Κολόσσιν και εις τα καστελλία. Και ηύραν τον λικτινέντον, τον πρε Φραντσήν, με τους φρέρηδες. Και εδείξαν του τον ορισμόν της ρήγαινας … Να φανερώσουν είτι πράμαν ευρίσκετον του Σαπλάνες μέσα εις το καστέλλιν του Κολοσσίου και εις το χωριόν.  Και άνοιξεν του έναν σεντούκιν. Και ηύραν έναν ρούχον χρυσόν χαρμίζε και έναν χρουσόν βένετον και πολλά ρούχα βιλουσένα και ασήμιν πολλύν και πολλύν ζάχαριν τρίψητον.  Τα ποία εστιμίασαν δ΄ χιλιάδες δουκάτα».  Τα όσα περιγράφει ο Κύπριος χρονογράφος διοχετεύονται σε εικαστική εγκατάσταση στον χώρο.

Γιώτα Ιωαννίδου, Ο θησαυρός του Ιακώβου Ζαπλάνα.

Γιώτα Ιωαννίδου, Ο θησαυρός του Ιακώβου Ζαπλάνα.

Στα κάτω δωμάτια, του τωρινού ισογείου και μεσαιωνικού υπογείου, που χρησίμευαν ως αποθηκευτικοί χώροι για την πλούσια σοδειά του μεγάλου φέουδου, σύγχρονοι καλλιτέχνες πραγματεύονται άγνωστες πτυχές από την πρόσφατη ιστορία του Κάστρου μέσα από πληροφορίες που προέρχονται κυρίως από το αρχείο και την αλληλογραφία του πρώτου επί Αγγλοκρατίας Εφόρου Αρχαίων Μνημείων George Jeffery. O τελευταίος ιδιοκτήτης του Κάστρου κατά την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα, ο Sidaros Bischara από το Κάιρο και η σύζυγός του, το μετέτρεψαν σε αιγυπτιακού τύπου κατοικία, κατεδαφίζοντας μέρος της τοιχοποιίας του δευτέρου ορόφου για να ανεβάσουν εκεί μεγάλο πιάνο με ουρά, ενώ συμφώνησαν στη συνέχεια να το πωλήσουν, με παρότρυνση του Εφόρου Αρχαίων Μνημείων George Jeffery, στο σύγχρονο Τάγμα του Αγίου Ιωάννη με έδρα την Αγγλία, για 600 λίρες, πράξη που δεν τελικά δεν πραγματοποιήθηκε.
Τα εναπομείναντα αχνάρια του Sidaros Bischara στο Κάιρο και στην εκεί κατοικία του προσπαθεί να αποτυπώσει σε video ένας από τους καλλιτέχνες της έκθεσης. Στη συνέχεια το Κάστρο ενοικιάζεται από Άγγλο που σχεδίαζε να το μετατρέψει σε εργοστάσιο απόσταξης και παραγωγής αρωμάτων, χωρίς και πάλι ο στόχος να ολοκληρωθεί.  Ωστόσο, το γεγονός αυτό δίδει το έναυσμα για μια άλλη μια καλλιτεχνική δημιουργία.

6 Μαρία Λιανού, Κουμμανταρία.

6 Μαρία Λιανού, Κουμμανταρία.

Τέλος, μια εγκατάσταση με neon-light βάφει έναν από τους σκοτεινούς αποθηκευτικούς χώρους στο κόκκινο χρώμα της κουμανταρίας, συνεκτικό οινοπαραγωγικό στοιχείο της μεσαιωνικής και της σύγχρονης Κύπρου, αλλά και στο κόκκινο της αιματοχυσίας του ντόπιου πληθυσμού κατά τους αγώνες όλα αυτά τα χρόνια.
Στην Έκθεση συμμετέχουν 20 καταξιωμένοι Κύπριοι καλλιτέχνες με τριάντα έργα. Αυτοί είναι οι Κλίτσα Αντωνίου, Παναγιώτης Βίττης, Θεόδουλος Γρηγορίου, Κωνσταντίνος Ζαννέτος, Γιώτα Ιωαννίδου, Ελίνα Ιωάννου, Παναγιώτης Κακογιάννης, Γλαύκος Κουμίδης, Μαριάννα Κωνσταντή, Μαρία Λιανού, Άγγελος Μακρίδης, Αντώνης Νεοφύτου, Λευτέρης Ολύμπιος, Στας Παράσχος, Αλέξανδρος Πισσούριος, Έφη Σαββίδου, Μελίνα Σουκιούρογλου, Λευτέρης Τάπας, Τατιάνα Φεραχιάν, Νίκος Χαραλαμπίδης.

Φωτογραφίες ΝΙΚΟΣ ΛΟΥΚΑ

 

Μια φίζα καρυδάκι και μια λεμονάδα…

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑ ΣΩΤΗΡΙΟΥ. Η Αϊσέ πάει διακοπές (Μυθιστόρημα), εκδ. Πατάκη, σελ. 102

Μία ιστορία όπως αυτή της Χατισέ είναι σίγουρα μπλεγμένη στα ενδόμυχα δίκτυα πολλών Κύπριων, οι οποίοι πάντοτε έβλεπαν και βλέπουν ακόμα και σήμερα τα οδοφράγματα ως πραγματικά αλλά και ως νοητά εμπόδια για να ελευθερωθεί το μυαλό τους, και μαζί με αυτό ολόκληρη η Κύπρος. Η συγγραφέας προσπαθεί να αποτυπώσει στις σελίδες του βιβλίου της μία κοινωνία ανελεύθερη, απ’ όλες τις απόψεις, μία κοινωνία που προσπαθεί να ισορροπήσει μεταξύ των «κοπελιών του παπά» και των παιδιών μιας Αϊσέ.

Η Κωνστάντια Σωτηρίου, εξιστορώντας την ιστορία της Χατισέ και του Αρίφη, δείχνει με νόημα πώς κάποιοι εξύφαναν ένα σχέδιο, που όπως οι «πατσαρκές» της Λάλας, τι κι αν έχουν περάσει εβδομήντα πέντε χρόνια, ακόμα πονάνε. Η προσπάθεια της συγγραφέως να πλέξει καταστάσεις και να προχωρήσει από το ειδικό της Χατισέ στο γενικό της Κύπρου, νομίζουμε ότι λειτουργεί. Η «διπλή» υπόσταση της Χατισέ, στο πλάι του Αρίφη της, αλλά και η παρουσία της Λάλας και της ράφτρας του Αγίου Κασσιανού υποδηλώνουν ταυτότητες που δεν άφησαν ανεπηρέαστη τη Χατισέ, που χάραξαν και διατάραξαν την ομαλή ζωή της, για την οποία αγωνίστηκε σκληρά, των παθών της τον τάραχον πέρασε, παρακαλώντας σχεδόν, άσχετο σε ποιον εξέπεμπε το μήνυμά της, δεν είχε σημασία. Αφού στο τέλος όλοι της οι κυβερνήτες την εγκατέλειψαν, παλιοί και νέοι.

Μία γλυκόπικρη γεύση σου έρχεται ασυναίσθητα, όταν διαβάζεις το βιβλίο της Σωτηρίου, όπως τα τραγούδια της Χατισέ, που αύξησαν τις πωλήσεις λεμονάδας, από πικρολέμονα ίσως καμωμένης, κι ύστερα έρχεται η γλύκα από το καρυδάκι, και ισορροπεί κάπως η γεύση, και στοχάζεσαι και λες, τελικά ποια είναι η ουσία της ζωής; Η Χατισέ και η ευτυχισμένη ζωή της, η ανάγκη της Αϊσέ να πάει διακοπές ή ο ατάραχος βίος μερικών ανθρώπων ενός νησιού, που ο καθένας για τους δικούς του λόγους επιλέγει να διάγει, χωρίς να τον ενδιαφέρουν ουδόλως οι παράπλευρες απώλειες. Άλλωστε, για κάποιους ο στόχος ήταν να πάει η Αϊσέ διακοπές και για άλλους να την αφήσουν ανενόχλητη να τις κάνει, ενώ κάποιοι άλλοι έπρεπε απλώς να της βρουν κατάλυμα, ξεβολεύοντας ακόμα ακόμα και την ίδια τη Χατισέ, τον γιο της και μια ολόκληρη γειτονιά, αυτή του Αγίου Κασσιανού, έναν ολόκληρο λαό. Μοναδική, κατά τη γνώμη αστοχία είναι ο χαρακτηρισμός από τη συγγραφέα του βιβλίου ως μυθιστόρημα. Θεωρούμε ότι δεν είναι μυθιστόρημα, και δεν είναι μόνο ειδολογική η διαφωνία μας, αλλά και υφολογική, μιας και το μυθιστόρημα θα πρέπει να δίνει άλλη βαρύτητα στη μυθοπλασία, πόσω μάλλον όταν τα βιωματικά του στοιχεία τη διακοσμούν τόσο έντονα, με χρώματα, αρώματα και γεύσεις πικρές μα και συνάμα γλυκές. Το βιβλίο «Η Αϊσέ πάει διακοπές» καταληκτικά νομίζουμε ότι επιτελεί τον στόχο του, αρκεί ο αναγνώστης να απεκδυθεί τυχόν ρόλους του και να αφήσει τις προκαταλήψεις τού κουκουφκιάου και της «συτζιάς» στην άκρη, για να αντιληφθεί ότι η αγάπη και η ειρήνη ήταν πάντοτε εφικτές και αποτελούσε ανέκαθεν το ζητούμενο των περισσότερων σε αυτόν τον τόπο, που δυστυχώς εν θωρεί ποτέ δροσιάν.

Ένας Ιούλης μαύρος, μαγειρεμένο πουργούρι και ερωτηματικά που ταλανίζουν το μυαλό για απαντήσεις που πάνε και έρχονται.

Στενωπός είν’ ο δρόμος, γιομάτος αγκάθια…

Σωκράτης Τ. Αντωνιάδης
«Μιχαλάκης Παρίδης. Ο Αγωνιστής – ποιητής της Ελευθερίας», Λάρνακα 2013

Η αγάπη για τον γενέθλιο τόπο μπορεί να εκφραστεί με ποικίλους τρόπους και ένας από αυτούς είναι η ανάδειξή του. Αναπόφευκτα, λοιπόν, μέσα από τον τόπο και μελετώντας την ιστορία του, θα βγουν στην επιφάνεια και οι άνθρωποί του, αυτοί που τον έκαναν πλουσιότερο. Κάπως έτσι εκφράζεται και ο γιατρός Σωκράτης Αντωνιάδης από τη Λάρνακα, αναδεικνύει τον τόπο του και καταπιάνεται με πολλά και ενδιαφέροντα, («Μεσαιωνικά κατάλοιπα στην επαρχία Λάρνακας», 2012), προσπαθώντας να φέρει στο προσκήνιο προσωπικότητες που με ταπεινά βήματα έμελλαν να γίνουν φωτεινά παραδείγματα των μελλοντικών γενεών όλου του νησιού. Ένα, λοιπόν, τέτοιο παράδειγμα είναι και ο τόμος που είναι αφιερωμένος στον αγωνιστή και ποιητή Μιχαλάκη Παρίδη, που εκδόθηκε στη Λάρνακα το 2013. Ο Μιχαλάκης Παρίδης που γεννήθηκε στην Αναφωτία της Λάρνακας το 1933 καταγόταν από πολύ φτωχή οικογένεια, κάτι που δεν τον πτόησε, αντίθετα του χάλκευσε την ανάγκη για περισσότερη προσπάθεια, πράγμα που στον σύντομό του βίο απέδειξε ότι πέτυχε. Αφού έλαβε τις εγκύκλιες γνώσεις στη γενέτειρά του, πήγε στη Λάρνακα για να συνεχίσει τις σπουδές του στο Εμπορικό Λύκειο της πόλης.

Πολύ νωρίς κέρδισε την εμπιστοσύνη του Νίκου Κρανιδιώτη, ο οποίος δημοσίευσε στο περιοδικό που διεύθυνε, τα Κυπριακά Γράμματα, τρία ποιήματά του. Αυτοί του οι πρώτοι στίχοι χαρακτηρίζονται από λυρικότητα και ρομαντισμό, να σημειωθεί βέβαια ότι ο αγαπημένος ποιητής του Παρίδη ήταν ο κατ’ εξοχήν λυρικός Γεώργιος Δροσίνης, στον οποίο αφιέρωσε και ποίημα με αφορμή το γεγονός του θανάτου του (Προσευχή στην ψυχή του Δροσίνη). Ο Μιχαλάκης Παρίδης ήταν μέλος της ΟΧΕΝ και επαρχιακός γραμματέας της Παγκύπριας Εθνικής Οργάνωσης Νεολαίας. Από νωρίς αντιλήφθηκε την ιστορικότητα των στιγμών, και συστρατεύτηκε με άλλους νέους στον Αγώνα των Κυπρίων για την αποτίναξη της αγγλικής αποικιοκρατίας. Για τη δράση του καταδικάστηκε στις 23 Ιουνίου 1955 σε επταετή φυλάκιση με αριθμό. Στις Κεντρικές Φυλακές ήταν βιβλιοθηκάριος. Απέδρασε από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας τον Δεκέμβριο του 1957. Σχεδόν έναν χρόνο μετά, στις 27 Αυγούστου του 1958 στο χωριό Βάβλα, σκοτώθηκε από Άγγλους στρατιώτες και πήρε εκείνη την ανηφοριά και συνάντησε άλλους συντρόφους του, ενώ λίγες μέρες μετά οι τέσσερεις του Λιοπετρίου συμπλήρωσαν το Σύνταγμα των άδολων αγωνιστών της ελευθερίας.

Όσα ακροθιγώς θίξαμε για τον Μιχαλάκη Παρίδη ο συγγραφέας τα αναλύει εις βάθος, με τις ανάλογες προεκτάσεις. Άλλωστε, και η οικογένεια του Μιχαλάκη Παρίδη είχε αισθανθεί την ανάγκη συμπλήρωσης της σχετικής βιβλιογραφίας με ένα έργο που θα αποτύπωνε τη ζωή και το έργο ενός ανθρώπου που χωρίς να φείδεται κόπων λειτούργησε ως αγνός πατριώτης, θεραπεύοντας παράλληλα και την τέχνη του λόγου, δίνοντας ευάριθμους μεν, πολλά υποσχόμενους καρπούς δε.

Ο Σωκράτης Αντωνιάδης στις 337 σελίδες του βιβλίου παρουσιάζει ακριβώς αυτό που έλλειπε. Παρουσιάζει με τρόπο εύληπτο την πορεία του ποιητή και αγωνιστή από την Αναφωτία ως την ύστατη στιγμή στη Βάβλα. Μάλιστα, για να καταστήσει σαφέστερα γεγονότα της κυπριακής ιστορίας που είτε σημάδεψαν τον τόπο, και κατ’ επέκταση τον Παρίδη, είτε αφορούν καθαρά τον αγωνιστή, προχωράει σε ιστορικές παρεκβάσεις, με στόχο την όσο το δυνατόν πληρέστερη ενημέρωση του αναγνώστη. Ο συγγραφέας στον τόμο συγκεντρώνει τα λογοτεχνήματα του Παρίδη, τις επιστολές του, αλλά και πανομοιότυπα κειμένων του συγγραφέα.

Η εκδοτική προσπάθεια του συγγραφέα είναι ολωσδιόλου αξιοπρεπής, προσεγμένη στις λεπτομέρειές της και πλήρως τεκμηριωμένη σε ό,τι αφορά τη ζωή του Μιχαλάκη Παρίδη. Ο Σωκράτης Αντωνιάδης θεωρούμε πως πέτυχε τον σκοπό του, και οι κόποι του οπωσδήποτε δεν πήγαν χαμένοι, το ψηφιδωτό των ηρώων αλλά και εργατών του λόγου με αυτή την έκδοση θεωρούμε ότι είναι περισσότερο πλήρες με την ψηφίδα που λέγεται Μιχαλάκης Παρίδης. Να σημειώσουμε ότι πρόσφατα ο Σωκράτης Αντωνιάδης εξέδωσε και την ποιητική συλλογή «Ανώνυμη άνοιξη», Λάρνακα 2014.

kouroupakisa@kathimerini.com.cy

Η Καθημερινή Κύπρου, 17 Μαΐου 2015

Βήμα στους Νέους Επιστήμονες. Μία πρωτοβουλία του Οργανισμού Νεολαίας Κύπρου

Ο Οργανισμός Νεολαίας Κύπρου διοργανώνει σειρά επιστημονικών παρουσιάσεων και συζητήσεων υπό τον τίτλο «Βήμα στους Νέους Επιστήμονες» με πρωταγωνιστές Κύπριους νέους ερευνητές από όλα τα επιστημονικά πεδία. Οι διαλέξεις θα είναι ανοικτές για το κοινό και απευθύνονται σε όλους τους ενδιαφερόμενους πολίτες, σπουδαστές, ακαδημαϊκούς και κυρίους σε όλους τους νέους.  Ο Οργανισμός Νεολαίας Κύπρου φιλοδοξεί να μετατρέψει το χώρο των συζητήσεων  σε ένα χώρο ώσμωσης ιδεών όπου οι νέοι θα έχουν τη δυνατότητα να μοιραστούν τις ιδέες τους, τα ευρήματα των ερευνών τους, αλλά και το πάθος τους για μια καλύτερη Κύπρο. Βασικός επίσης στόχος της όλης πρωτοβουλίας είναι η προαγωγή της σκέψης, της συνεργασίας και της διεπιστημονικής ανταλλαγής απόψεων.

Δείτε εδώ το πρόγραμμα των Διαλέξεων: http://youngscientist.onek.org.cy/archiki-selida/programma-dialexeon/

Οι ομιλητές της τέταρτης εκδήλωσης (22 Απριλίου).

Οι ομιλητές της τρίτης εκδήλωσης (22 Απριλίου).

Το ψωμί των φτωχών

Η πατάτα ήρθε από μακριά και συγκεκριμένα από τη Λατινική Αμερική. Από τότε όμως που την πρωτογεύτηκαν οι Ευρωπαίοι conquistadores έως τη στιγμή που η καλλιέργειά της διαδόθηκε σε ευρεία κλίμακα πέρασαν αρκετές δεκαετίες. Αυτή η διάδοση της καλλιέργειας της πατάτας δεν ήταν ομοιόμορφη σε ολόκληρο τον ευρωπαϊκό χώρο και σταδιακά έγινε το φαγητό των φτωχών και των ανθρώπων της υπαίθρου.

 Η πατάτα είναι κάτι σαν το χοιρινό κρέας, μαγειρεύεται παντοιοτρόπως και δεν πετάς ποτέ τίποτα.

Στον ελληνικό χώρο λέγεται ότι ήρθε με τον πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας, τον Ιωάννη Καποδίστρια, με μία ιστορία που μάλλον είναι μυθιστορία. Ο «στρύχνος ο κονδυλόριζος», όπως είναι το επιστημονικό όνομα των «γεωμήλων», όπως αρχικά έγιναν γνωστές οι πατάτες εισήχθησαν σύμφωνα με νεότερες πληροφορίες κατά το 1826, όταν ο Γ. Μ. Αντωνόπουλος με αίτησή του εισηγήθηκε την καλλιέργειά της στο Βουλευτικό Σώμα της αγωνιζόμενης Ελλάδας. Αναφέρει ο Αντωνόπουλος «Δεν αμφιβάλλω ότι γνωστόν τοις πάσι η προσδοκωμένη ωφέ­λεια εκ της καλλιέργειας των γεωμήλων (άλλως πατατών) […]. Αι αρεταί του γεωμήλου τούτου εισίν αναρίθμηται». Συνεχίζει λέγοντας ότι με προτροπή του καλλιεργούνται ήδη στο Άργος και θεωρεί χρήσιμη και την καλλιέργειά τους και στην Ακροκόρινθο και θεωρεί καλό η καλλιέργειά της να περάσει και στην ακρόπολη του Ναυπλίου. Βλέπετε, οι ανάγκες των στρατιωτών πολλές και οι προμήθειες λίγες. Βέβαια, ο Άγγλος περιηγητής H.W. William το 1817 έγραψε ότι στη Ζάκυνθο είδε τα πρώτα σημάδια πολιτισμού, έχοντας πρώτα ταξιδέψει στην ηπειρωτική Ελλάδα, τι είδε όμως στο Φιόρε του Λεβάντε; Πατάτες, φρέσκο βούτυρο και κρεμάλες»!

Mάλλον στον δραστήριο Καποδίστρια θα πρέπει να αποδοθεί παρακίνηση και οι κατάλληλες ενέργειες για τη συστηματική της καλλιέργεια, όπως π.χ. με τη Γεωργική Σχολή Τύρινθας, με τον πρώτο διευθυντή της, τον Γρηγόριο Παλαιολόγο, να έχει εκδώσει στο Παρίσι το 1828 βιβλίο με τίτλο Ερμηνεία της καλλιεργείας του γεωμήλου και των ωφελιμωτέρων αυτού χρήσεων». Στη «Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος», την 15-2-1828 διαβάζουμε «Η φύτευσις των γεωμήλων εξακολουθείται με ενέργειαν πάντοτε αυξάνουσαν και ήνοιξεν εις τους πτωχούς βέβαιον και φιλάνθρωπον καταφύγιον της αθλιότητος και της δυστυχίας των».

s. 6 fate matia_2

Solanum tuberosum, Tavola botanica Gaspard Bauhin (1591).

Στην Κύπρο όμως τι γίνεται; Πότε έφτασε η πατάτα στο νησί; Ασφαλείς πληροφορίες για την ώρα δεν έχουμε, ωστόσο θα πρέπει να υποθέσουμε ότι θα εισήχθη κάποια χρόνια αφότου η καλλιέργειά της διαδόθηκε στην Ελλάδα. Ο Έλληνας υποπρόξενος στην Κύπρο Δημήτριος Μαργαρίτης στο βιβλίο του «Περί Κύπρου» το 1845 αναφέρει: «Τα γεώμηλα επιδίδουσι θαυμασίως». Ο Ιάκωβος Ρίζος Ραγκαβής στο έργο του «Τα Ελληνικά» μεταξύ των πολλών προϊόντων που αναφέρει ως εκείνα που δίνει η κύπρια γη επισημαίνει και τις πατάτες. Στο σύγγραμμά του «Τα Κυπριακά» το 1855 ο Αθανάσιος Σακελλάριος γράφει «Γεώμηλα: δ’ έτι εν Κύπρω καλλιεργούνται μικρά μεν αλλά καλής ποιότητος, ωσαύτως και κολοκάσια». Να σημειωθεί ότι σχετικές πραγματείες πάντοτε συναντάμε την πατάτα και το κολοκάσι με το ένα προϊόν να συμπληρώνει το άλλο.

Από τα παραπάνω αντιλαμβάνεται κανείς ότι η πατάτα, τα γεώμηλα, έφτασαν στην Κύπρο στα μέσα του 19ου αιώνα, χωρίς όμως να είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε αν αυτή βρήκε τη θέση που της αξίζει στο κυπριακό τραπέζι ή αν διαγκωνιζόταν με το κολοκάσι, το οποίο μάλλον την υποκαθιστούσε, ωστόσο η εποχικότητα του κολοκασιού μάλλον σταδιακά της έδωσε πόντους ώστε να κερδίσει την πρωτοκαθεδρία στα κυπριακά τραπεζώματα.

sel. 6 fate matia

Φωτ. Ντάινα Κάπρου (Dinah Kaprou)

«Επειδή τα γεώμηλα μας ερχονται ακόμα έξωθεν, και είναι επομένως ακριβά, ημπορεί τινας ωφελίμως να τα καλλιεργήση εις τους κήπους», Γρηγόριος Παλαιολόγος, Γεωργική και οικιακή οικονομία, Αθήνα, 1835.

Γεύσεις και Ταξίδια, Μάρτιος 2015, αρ. 12

Το αγνό μεράκι που έγινε επάγγελμα

Οι Απόκριες στην Κύπρο είναι απόλυτα συνυφασμένες με τη Λεμεσό, γι’ αυτό και η ύπαρξη ενός αμιγώς καρναβαλίστικου σημείου αναφοράς στη… Λευκωσία είναι είδηση ή, για την ακρίβεια, μία ολόκληρη ιστορία μισού αιώνα. Συγκεκριμένα, στον Άγιο Δομέτιο, υπάρχει ένα κατάστημα, το Μασκέ Αμαλίας, που τα τελευταία 50 χρόνια δηλώνει παρών στο καρναβάλι και βεβαίως αυτή την περίοδο έχει την τιμητική του. Δημιουργός του η κυρία Αμαλία Δρουσιώτου. Με εφόδια το μεράκι και τον ενθουσιασμό για τις απόκριες η κ. Αμαλία έραβε κάθε χρόνο επτά καρναβαλίστικες στολές για τις τέσσερες κόρες της και τα τρία της αγόρια. Οι ιδέες δεν έλειπαν ποτέ, οπότε με τα χρόνια το άτυπο βεστιάριο της κ. Αμαλίας ολοένα και μεγάλωνε. Έτσι, το 1965 κάποιος συγγενής τη ρώτησε τι έχει σκοπό να κάνει με τόσες στολές που είχαν μαζευτεί στα ερμάρια, και της έβαλε την ιδέα να τις ενοικιάζει. Φυσικά η νεολαία της γειτονιάς πολλές φορές είχε δανειστεί δωρεάν στολές της κ. Αμαλίας. Η συγγενική προτροπή σύντομα πήρε σάρκα και οστά. Η κ. Δρουσιώτου ξεκίνησε δειλά-δειλά να ενοικιάζει τις στολές της, να σπέρνει και στην πιο αστική και σοβαρή Λευκωσία την ιδέα του καρναβαλιού, της πελλόμασκας και το «δαιμόνιο» της μεταμφίεσης. Ακολούθησαν πολλά ταξίδια στην Αθήνα, όπου η κ. Αμαλία με ζήλο αναζητούσε βιοτεχνίες που ικανοποιούσαν τα δικά της ποιοτικά στάνταρτ, ποτέ άλλωστε δεν υπέκυπτε σε χαμηλής ποιότητας στολές. Καταλάβαινε ότι οι στολές που ενοικιάζονται πρέπει να είναι ανθεκτικές, να μπορούν επαναχρησιμοποιηθούν και να βρίσκονται πάντοτε στην καλύτερη δυνατή κατάσταση.

Από το μακρινό πια 1965 που η κ. Αμαλία Δρουσιώτου αξιοποίησε τον ιδιόκτητό της χώρο μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 1990 το κατάστημα διοικείτο αποκλειστικά από την ίδια, ώσπου ο ένας της γιος, ο Μάριος Δρουσιώτης, σιγά-σιγά άρχισε να παίρνει τα ηνία από τη μητέρα του, με την ίδια φυσικά να βρίσκεται όσο περισσότερες ώρες μπορούσε στο καταθετήριο της ψυχής της, το κατάστημα που με τόσο μεράκι είχε καταφέρει να κάνει σημείο αναφοράς της καρναβαλίστικης Κύπρου.

Ο σημερινός ιδιοκτήτης Μάριος Δρουσιώτης μάς είπε ότι από την εποχή που με τον Καρυδά, (μεταφορέα της εποχής), έστελναν στολές σε ολόκληρη την Κύπρο –με ειδικές βαλίτσες μεταφοράς και πληρώνοντας εισιτήριο θέσης επιβάτη–, μέχρι τις μέρες μας, έχοντας περάσει πια 50 χρόνια το κατάστημα Μασκέ Αμαλίας έχει εδραιωθεί. Ρωτώντας τον κ. Δρουσιώτη πώς αντεπεξέρχεται το κατάστημα τις περιόδους εκτός καρναβαλιού μας είπε ότι υπάρχει συνεργασία με σχολεία, που ενοικιάζουν στολές για τα θεατρικά τους έργα, τις ειδικές εκδηλώσεις τους (1η Απριλίου, 25η Μαρτίου κτλ.), αλλά και με κανάλια για σκοπούς τηλεοπτικών παραγωγών, και ερασιτεχνικά θέατρα και θιάσους για τις παραστάσεις τους.

b_15_amalia1

Το βραβείο που έγραψε ιστορία κέρδισε και μία θέση στα πρωτοσέλιδα της εποχής τον Φεβρουάριο του 1969 (εφ. Αγώνας 19 Φεβρουαρίου 1969).

Το Κυπριακό… αλλιώς
Ο σύζυγος της κ. Αμαλίας Παντελάκης Δρουσιώτης εργαζόταν στο περίφημο τότε ξενοδοχείο Λήδρα Πάλας και οι καθημερινές παραστάσεις του ήταν γεμάτες εικόνες πολιτικών, επιφανών Κυπρίων, αλλά και εκδηλώσεις. Τον Φεβρουάριο του 1969 με τη λήξη της δεύτερης φάσης των διακοινοτικών, οι συνομιλητές Κληρίδης και Ντενκτάς σε κοινή δήλωσή τους διατύπωναν «συγκρατημένη αισιοδοξία», για μία ειρηνική συμβίωση Ε/κ και Τ/κ, τα πήγαινε έλα των δύο ηγετών στο Λήδρα Πάλας ήταν συνεχή και εντατικά, πράγμα που ο κ. Παντελάκης μετέφερε στο σπίτι του, εκφράζοντας ίσως και την αγωνία του για το μέλλον του νησιού. Η κ. Αμαλία, δημιουργική και ευφάνταστη, σκέφτηκε τα πράγματα αλλιώς, να ντύσει τα δύο της παιδιά, τα δύο αδέλφια Μάριο και Φίλιππο, Γλαύκο Κληρίδη και Ραούφ Ντενκτάς αντίστοιχα, έχοντας ίσως στο πίσω μέρος του μυαλού της ότι και οι δύο ηγέτες μοιράζονταν τον ίδιο τόπο, όπως τα δύο παιδιά το παιδικό τους δωμάτιο. Μπήκαν μπροστά, λοιπόν, βελόνες και σακοράφες, υφάσματα και κλωστές, περούκες και χαρτοφύλακες φερμένα από το εξωτερικό από την κ. Αμαλία, φαντασία και μεράκι, και τα δύο παιδιά παρουσιάστηκαν ως Κληρίδης και Ντενκτάς στις 13 Φεβρουαρίου του 1969 στο αποκριάτικο πάρτι του ΑΠΟΕΛ στο Λήδρα Πάλας. Μάλιστα, όπως μας αφηγήθηκε ο κ. Μάριος ο κάθε αδελφός κατέφθασε στο ξενοδοχείο ξεχωριστά με αυτοκίνητο που τους αποβίβασε στην κεντρική είσοδο του Λήδρα Πάλας, αναπαριστώντας κατά κάποιο τρόπο τις συνομιλίες της περιόδου. Η εμφάνιση αυτή, όπως είναι φυσικό, έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση σε όλους, δίνοντας στα δύο αδέλφια το πρώτο βραβείο σε σχετικό διαγωνισμό του χορού. Βέβαια, η μαεστρία της κ. Αμαλίας κατάφερε να πάρει και το δεύτερο βραβείο του διαγωνισμού, αφού οι αδελφές του βραβεύτηκαν ως Δαίδαλος και Ίκαρος.

hom_15-01

Οι νικητές της βραδιάς.

  Η Καθημερινή Κύπρου, 15 Φεβρουαρίου 2015