Category Archives: Δημοσιεύματα περιοδικά

Η πλατεία Ελευθερίας είναι συνυφασμένη με τη σύγχρονη ιστορία αυτής της πόλης και επειδή η ανάπλασή της είναι κοντά, η «Καθημερινή» κάνει μία σύντομη αναδρομή στην ιστορία της που από αδιέξοδο, όπου σχεδόν «αροθύμαν» κανένας να περάσει, γίνεται πλατεία διεθνών χαρακτηριστικών.

Scan

Το δημοσίευμα της «Cyprus Herald», το 1882, με το οποίο ανακοινώνεται η διάνοιξη του νέου ανοίγματος στα τείχη.

Για πολλούς αιώνες η Λευκωσία ζούσε εντός των μεσαιωνικών τειχών με μόνες διόδους προς την ενδοχώρα τις τρεις πύλες, την Πύλη Πάφου, την Πύλη Κερύνειας και τη μεγαλύτερη, την Πύλη Αμμοχώστου. Ο παλμός της ζωής εντός των τειχών, με τους καρδιόσχημους προμαχώνες, αποτελούσαν εγγύηση ασφαλείας για τους κατοίκους. Με την έλευση των Βρετανών το 1878, όμως, τα πράγματα άλλαξαν, μιας και ήθελαν η πόλη να ανασάνει και να συνδεθεί με τα νέα κυβερνητικά κτήρια και κυρίως με τον δρόμο που οδηγούσε στο σημείο όπου θα κτιζόταν το Κυβερνείο.

 

Ο κόσμος που ανεβοκατέβαινε από τη Λήδρας και την Ονασαγόρου ήταν σαν αποικίες μερμηγκιών. Ό,τι ήθελε κάποιος το έβρισκε στην περιοχή, η πλατεία έσφυζε από ζωή, εδώ κτυπούσε η καρδιά της Λευκωσίας.

Αποφασίστηκε, λοιπόν, ένα άνοιγμα σε μία πρόσφορη θέση, ώστε όσοι επιθυμούσαν να μεταβούν στα νέα κτήρια της αγγλικής διοίκησης να μη χρειάζεται να πηγαίνουν έως το άνοιγμα της Πύλης Πάφου. Έγινε τότε το άνοιγμα της Λεμεσού ή του Τρυπιώτη, ή του Χατζησάββα. Επρόκειτο για κατεδάφιση τμήματος του προμαχώνα Ντ’ Αβίλα στο τέρμα του τότε Μακρύδρομου και την κατασκευή μιας ξύλινης γέφυρας. Στο δημοσίευμα της Cyprus Herald της 31ης Μαΐου 1882 διαβάζουμε «Το νέο άνοιγμα στα τείχη που θα ενώνει τον δρόμο του Δαλιού με το παζάρι ξεκίνησε και οι εργασίες είναι πλέον σε πλήρη εξέλιξη». Σύμφωνα με το δημοσίευμα, το άνοιγμα αυτό στα τείχη ένωνε την πόλη με τα νέα κυβερνητικά κτήρια που θα εξυπηρετούσαν πλέον τόσο τους ντόπιους όσο και τους Άγγλους αξιωματούχους, οι οποίοι δεν θα χρειαζόταν πλέον να πηγαίνουν έως την Πύλη Πάφου. Η περιοχή εκείνη την εποχή δεν παρουσίαζε καθόλου την όψη κεντρικής οδού, ο Μακρύδρομος, η μετέπειτα Λήδρας, ακόμα δεν είχε αναπτυχθεί, ενώ ο δρόμος του Μαχαιρά, η σημερινή Ονασαγόρου ήταν πιο ανεπτυγμένη, αφού εκεί είχε διοχετευτεί η κίνηση.

1. Jorma Lamminen

Η πλατεία Μεταξά το 1964 ή 1966 (φωτ. JORMA LAMMINEN)

Οπωσδήποτε το άνοιγμα έφερε άλλον αέρα στην περιοχή και σταδιακά η ξύλινη γέφυρα έγινε πέτρινη, μεγάλωσε το καφενείο του Χατζησάββα και ο παλμός της κοινωνικής ζωής της Λευκωσίας σταδιακά άρχισε να χτυπάει στις πέριξ του ανοίγματος Χατζησάββα οδούς. Εφημερίδες, εμπορικά καταστήματα, γραφεία, αποθήκες, καφεστιατόρια αλλά και δημόσιες υπηρεσίες άρχισαν να συγκεντρώνονται στην περιοχή. Το άνοιγμα Χατζησάββα μετονομάστηκε σε πλατεία Μεταξά, σε μία εποχή που τα εθνικά πάθη και οι ευσεβείς πόθοι βρισκόντουσαν στο ζενίθ τους, μετά την ανακήρυξη του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου στην Ελλάδα το 1936. Αυτή την ονομασία έφερε η πλατεία έως ότου αποφάσισε ο τότε δήμαρχος Λευκωσίας Λέλλος Δημητριάδης να αλλάξει το όνομά της σε πλατεία Ελευθερίας, μία ονομασία όχι κενού περιεχομένου, αλλά έμπλεη του νοήματος της λέξης, που ηχεί παράδοξα για τη Λευκωσία ακόμα και σήμερα. Τότε, με κάποιο είδος δημοψηφίσματος ο δήμαρχος πρότεινε 4-5 ονόματα και ζήτησε από τους δημότες να αποφασίσουν για το νέο όνομα. Έτσι, μετά την εισβολή «εν ονόματι της Δημοκρατίας η πλατεία Μεταξά έγινε πλατεία Ελευθερίας», αφού έτσι αποφάσισαν οι Λευκωσιάτες, όπως γράφουν τα ρεπορτάζ στις εφημερίδες της εποχής.

4. Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών.

Πηγή: Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών

Άνθρωποι της πόλης
Μιλήσαμε με ανθρώπους που έζησαν την πλατεία και διαπιστώσαμε ότι κάθε εποχή είχε τα δικά της χαρακτηριστικά. Ο 86χρονος ράφτης Ανδρέας Οικονομίδης θυμάται ότι από την οδό Λιπέρτη έπαιρναν την άμαξα και μέσω της πλατείας Μεταξά, όπου υπήρχε στάση, έφταναν έως τον Ανεμόμυλο, όπου σύχναζε η «αστική» Λευκωσία, ενώ άλλες φορές «κυνηγούσαν κορούες» στην τάφρο, κάτω από την πλατεία, όπου κάθε Σάββατο ή Κυριακή απόγευμα μαζευόντουσαν νέοι και νέες. Σε αυτή την πλατεία θυμάται τις διαδηλώσεις της ΕΟΚΑ και της Αλκίμου Νεολαίας κατά την έναρξη του Αγώνα του 55-59. Ο κ. Οικονομίδης θυμάται νοσταλγικά εκείνη την πλατεία και όπως χαρακτηριστικά μας είπε, τότε ήταν η belle époque της.

Ο κ. Χρίστος Μιχαηλίδης για χρόνια εργάστηκε στο περίπτερο του Θάσου Ηλία ή άλλως του Καλαμαρά. Ο κ. Χρίστος θυμήθηκε με νοσταλγία εκείνες τις ημέρες και μάλιστα αυτό που του έχει εντυπωθεί στο μυαλό είναι οι Κυριακές μετά τον ποδοσφαιρικό αγώνα στο παλιό ΓΣΠ, τότε το περίπτερο και ολόκληρη η πλατεία, όπως μας είπε, γινόταν προέκταση του γηπέδου, αφού οι οπαδοί συγκεντρώνονταν στο σημείο για να ακούσουν τα αποτελέσματα του ελληνικού πρωταθλήματος από το ραδιόφωνο στα βραχέα κύματα. Αλλά και κάθε μέρα, η πλατεία ήταν γεμάτη κόσμο, αν καθόσουν στην κεφαλή της πλατείας, μας είπε, ο κόσμος που ανεβοκατέβαινε από τη Λήδρας και την Ονασαγόρου ήταν σαν αποικίες μερμηγκιών. Ό,τι ήθελε κάποιος το έβρισκε στην περιοχή, η πλατεία έσφυζε από ζωή, εδώ κτυπούσε η καρδιά της Λευκωσίας.

Εργασίες ανάπλασης της πλατείας αποφασίστηκαν και λίγο πριν από την εισβολή, οπότε και διαβάζουμε στον Τύπο της εποχής στις 12 Δεκεμβρίου 1972: «Ελήφθη απόφασις διά την πλατείαν Μεταξά. […] διαπλάτυνσην και εξωραϊσμόν της Πλατείας Μεταξά, της κυριωτέρας πλατείας της πρωτευούσης». Το κόστος ανάπλασης της πλατείας είχε προϋπολογιστεί στις 100.000 λίρες και ο Δήμος θα συμβουλευόταν ξένους για τη διατήρηση των αρχαίων χώρων ώστε τα έργα να μην επηρεάσουν την αρχαιολογική αξία των τειχών της Λευκωσίας… Η ιστορία κάπου εδώ μάλλον επαναλαμβάνεται και περιμένουμε να δούμε αν η νέα πλατεία θα αναδείξει ή όχι τα τείχη και την ιστορία της πόλης.

Για μία λογοτεχνική περιδιάβαση στη Λευκωσία αλλοτινών εποχών προτείνουμε ενδεικτικά τα έργα του Γιάννη Κατσούρη «Τζιμ Λόντος και Παράσχος Μπόρας», το μυθιστόρημα «Στυλιανού Ανάβασις», αλλά και το διήγημα «Μια πατριωτική ιστορία» στη συλλογή «Δος ημίν σήμερον». Επίσης, τον συλλογικό τόμο «Λευκωσία: Μια πόλη στη λογοτεχνία» με επιλογή κειμένων από τον Κυριάκο Χαραλαμπίδη.

Advertisements

Μια φίζα καρυδάκι και μια λεμονάδα…

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑ ΣΩΤΗΡΙΟΥ. Η Αϊσέ πάει διακοπές (Μυθιστόρημα), εκδ. Πατάκη, σελ. 102

Μία ιστορία όπως αυτή της Χατισέ είναι σίγουρα μπλεγμένη στα ενδόμυχα δίκτυα πολλών Κύπριων, οι οποίοι πάντοτε έβλεπαν και βλέπουν ακόμα και σήμερα τα οδοφράγματα ως πραγματικά αλλά και ως νοητά εμπόδια για να ελευθερωθεί το μυαλό τους, και μαζί με αυτό ολόκληρη η Κύπρος. Η συγγραφέας προσπαθεί να αποτυπώσει στις σελίδες του βιβλίου της μία κοινωνία ανελεύθερη, απ’ όλες τις απόψεις, μία κοινωνία που προσπαθεί να ισορροπήσει μεταξύ των «κοπελιών του παπά» και των παιδιών μιας Αϊσέ.

Η Κωνστάντια Σωτηρίου, εξιστορώντας την ιστορία της Χατισέ και του Αρίφη, δείχνει με νόημα πώς κάποιοι εξύφαναν ένα σχέδιο, που όπως οι «πατσαρκές» της Λάλας, τι κι αν έχουν περάσει εβδομήντα πέντε χρόνια, ακόμα πονάνε. Η προσπάθεια της συγγραφέως να πλέξει καταστάσεις και να προχωρήσει από το ειδικό της Χατισέ στο γενικό της Κύπρου, νομίζουμε ότι λειτουργεί. Η «διπλή» υπόσταση της Χατισέ, στο πλάι του Αρίφη της, αλλά και η παρουσία της Λάλας και της ράφτρας του Αγίου Κασσιανού υποδηλώνουν ταυτότητες που δεν άφησαν ανεπηρέαστη τη Χατισέ, που χάραξαν και διατάραξαν την ομαλή ζωή της, για την οποία αγωνίστηκε σκληρά, των παθών της τον τάραχον πέρασε, παρακαλώντας σχεδόν, άσχετο σε ποιον εξέπεμπε το μήνυμά της, δεν είχε σημασία. Αφού στο τέλος όλοι της οι κυβερνήτες την εγκατέλειψαν, παλιοί και νέοι.

Μία γλυκόπικρη γεύση σου έρχεται ασυναίσθητα, όταν διαβάζεις το βιβλίο της Σωτηρίου, όπως τα τραγούδια της Χατισέ, που αύξησαν τις πωλήσεις λεμονάδας, από πικρολέμονα ίσως καμωμένης, κι ύστερα έρχεται η γλύκα από το καρυδάκι, και ισορροπεί κάπως η γεύση, και στοχάζεσαι και λες, τελικά ποια είναι η ουσία της ζωής; Η Χατισέ και η ευτυχισμένη ζωή της, η ανάγκη της Αϊσέ να πάει διακοπές ή ο ατάραχος βίος μερικών ανθρώπων ενός νησιού, που ο καθένας για τους δικούς του λόγους επιλέγει να διάγει, χωρίς να τον ενδιαφέρουν ουδόλως οι παράπλευρες απώλειες. Άλλωστε, για κάποιους ο στόχος ήταν να πάει η Αϊσέ διακοπές και για άλλους να την αφήσουν ανενόχλητη να τις κάνει, ενώ κάποιοι άλλοι έπρεπε απλώς να της βρουν κατάλυμα, ξεβολεύοντας ακόμα ακόμα και την ίδια τη Χατισέ, τον γιο της και μια ολόκληρη γειτονιά, αυτή του Αγίου Κασσιανού, έναν ολόκληρο λαό. Μοναδική, κατά τη γνώμη αστοχία είναι ο χαρακτηρισμός από τη συγγραφέα του βιβλίου ως μυθιστόρημα. Θεωρούμε ότι δεν είναι μυθιστόρημα, και δεν είναι μόνο ειδολογική η διαφωνία μας, αλλά και υφολογική, μιας και το μυθιστόρημα θα πρέπει να δίνει άλλη βαρύτητα στη μυθοπλασία, πόσω μάλλον όταν τα βιωματικά του στοιχεία τη διακοσμούν τόσο έντονα, με χρώματα, αρώματα και γεύσεις πικρές μα και συνάμα γλυκές. Το βιβλίο «Η Αϊσέ πάει διακοπές» καταληκτικά νομίζουμε ότι επιτελεί τον στόχο του, αρκεί ο αναγνώστης να απεκδυθεί τυχόν ρόλους του και να αφήσει τις προκαταλήψεις τού κουκουφκιάου και της «συτζιάς» στην άκρη, για να αντιληφθεί ότι η αγάπη και η ειρήνη ήταν πάντοτε εφικτές και αποτελούσε ανέκαθεν το ζητούμενο των περισσότερων σε αυτόν τον τόπο, που δυστυχώς εν θωρεί ποτέ δροσιάν.

Ένας Ιούλης μαύρος, μαγειρεμένο πουργούρι και ερωτηματικά που ταλανίζουν το μυαλό για απαντήσεις που πάνε και έρχονται.

Το ψωμί των φτωχών

Η πατάτα ήρθε από μακριά και συγκεκριμένα από τη Λατινική Αμερική. Από τότε όμως που την πρωτογεύτηκαν οι Ευρωπαίοι conquistadores έως τη στιγμή που η καλλιέργειά της διαδόθηκε σε ευρεία κλίμακα πέρασαν αρκετές δεκαετίες. Αυτή η διάδοση της καλλιέργειας της πατάτας δεν ήταν ομοιόμορφη σε ολόκληρο τον ευρωπαϊκό χώρο και σταδιακά έγινε το φαγητό των φτωχών και των ανθρώπων της υπαίθρου.

 Η πατάτα είναι κάτι σαν το χοιρινό κρέας, μαγειρεύεται παντοιοτρόπως και δεν πετάς ποτέ τίποτα.

Στον ελληνικό χώρο λέγεται ότι ήρθε με τον πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας, τον Ιωάννη Καποδίστρια, με μία ιστορία που μάλλον είναι μυθιστορία. Ο «στρύχνος ο κονδυλόριζος», όπως είναι το επιστημονικό όνομα των «γεωμήλων», όπως αρχικά έγιναν γνωστές οι πατάτες εισήχθησαν σύμφωνα με νεότερες πληροφορίες κατά το 1826, όταν ο Γ. Μ. Αντωνόπουλος με αίτησή του εισηγήθηκε την καλλιέργειά της στο Βουλευτικό Σώμα της αγωνιζόμενης Ελλάδας. Αναφέρει ο Αντωνόπουλος «Δεν αμφιβάλλω ότι γνωστόν τοις πάσι η προσδοκωμένη ωφέ­λεια εκ της καλλιέργειας των γεωμήλων (άλλως πατατών) […]. Αι αρεταί του γεωμήλου τούτου εισίν αναρίθμηται». Συνεχίζει λέγοντας ότι με προτροπή του καλλιεργούνται ήδη στο Άργος και θεωρεί χρήσιμη και την καλλιέργειά τους και στην Ακροκόρινθο και θεωρεί καλό η καλλιέργειά της να περάσει και στην ακρόπολη του Ναυπλίου. Βλέπετε, οι ανάγκες των στρατιωτών πολλές και οι προμήθειες λίγες. Βέβαια, ο Άγγλος περιηγητής H.W. William το 1817 έγραψε ότι στη Ζάκυνθο είδε τα πρώτα σημάδια πολιτισμού, έχοντας πρώτα ταξιδέψει στην ηπειρωτική Ελλάδα, τι είδε όμως στο Φιόρε του Λεβάντε; Πατάτες, φρέσκο βούτυρο και κρεμάλες»!

Mάλλον στον δραστήριο Καποδίστρια θα πρέπει να αποδοθεί παρακίνηση και οι κατάλληλες ενέργειες για τη συστηματική της καλλιέργεια, όπως π.χ. με τη Γεωργική Σχολή Τύρινθας, με τον πρώτο διευθυντή της, τον Γρηγόριο Παλαιολόγο, να έχει εκδώσει στο Παρίσι το 1828 βιβλίο με τίτλο Ερμηνεία της καλλιεργείας του γεωμήλου και των ωφελιμωτέρων αυτού χρήσεων». Στη «Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος», την 15-2-1828 διαβάζουμε «Η φύτευσις των γεωμήλων εξακολουθείται με ενέργειαν πάντοτε αυξάνουσαν και ήνοιξεν εις τους πτωχούς βέβαιον και φιλάνθρωπον καταφύγιον της αθλιότητος και της δυστυχίας των».

s. 6 fate matia_2

Solanum tuberosum, Tavola botanica Gaspard Bauhin (1591).

Στην Κύπρο όμως τι γίνεται; Πότε έφτασε η πατάτα στο νησί; Ασφαλείς πληροφορίες για την ώρα δεν έχουμε, ωστόσο θα πρέπει να υποθέσουμε ότι θα εισήχθη κάποια χρόνια αφότου η καλλιέργειά της διαδόθηκε στην Ελλάδα. Ο Έλληνας υποπρόξενος στην Κύπρο Δημήτριος Μαργαρίτης στο βιβλίο του «Περί Κύπρου» το 1845 αναφέρει: «Τα γεώμηλα επιδίδουσι θαυμασίως». Ο Ιάκωβος Ρίζος Ραγκαβής στο έργο του «Τα Ελληνικά» μεταξύ των πολλών προϊόντων που αναφέρει ως εκείνα που δίνει η κύπρια γη επισημαίνει και τις πατάτες. Στο σύγγραμμά του «Τα Κυπριακά» το 1855 ο Αθανάσιος Σακελλάριος γράφει «Γεώμηλα: δ’ έτι εν Κύπρω καλλιεργούνται μικρά μεν αλλά καλής ποιότητος, ωσαύτως και κολοκάσια». Να σημειωθεί ότι σχετικές πραγματείες πάντοτε συναντάμε την πατάτα και το κολοκάσι με το ένα προϊόν να συμπληρώνει το άλλο.

Από τα παραπάνω αντιλαμβάνεται κανείς ότι η πατάτα, τα γεώμηλα, έφτασαν στην Κύπρο στα μέσα του 19ου αιώνα, χωρίς όμως να είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε αν αυτή βρήκε τη θέση που της αξίζει στο κυπριακό τραπέζι ή αν διαγκωνιζόταν με το κολοκάσι, το οποίο μάλλον την υποκαθιστούσε, ωστόσο η εποχικότητα του κολοκασιού μάλλον σταδιακά της έδωσε πόντους ώστε να κερδίσει την πρωτοκαθεδρία στα κυπριακά τραπεζώματα.

sel. 6 fate matia

Φωτ. Ντάινα Κάπρου (Dinah Kaprou)

«Επειδή τα γεώμηλα μας ερχονται ακόμα έξωθεν, και είναι επομένως ακριβά, ημπορεί τινας ωφελίμως να τα καλλιεργήση εις τους κήπους», Γρηγόριος Παλαιολόγος, Γεωργική και οικιακή οικονομία, Αθήνα, 1835.

Γεύσεις και Ταξίδια, Μάρτιος 2015, αρ. 12

Το αγνό μεράκι που έγινε επάγγελμα

Οι Απόκριες στην Κύπρο είναι απόλυτα συνυφασμένες με τη Λεμεσό, γι’ αυτό και η ύπαρξη ενός αμιγώς καρναβαλίστικου σημείου αναφοράς στη… Λευκωσία είναι είδηση ή, για την ακρίβεια, μία ολόκληρη ιστορία μισού αιώνα. Συγκεκριμένα, στον Άγιο Δομέτιο, υπάρχει ένα κατάστημα, το Μασκέ Αμαλίας, που τα τελευταία 50 χρόνια δηλώνει παρών στο καρναβάλι και βεβαίως αυτή την περίοδο έχει την τιμητική του. Δημιουργός του η κυρία Αμαλία Δρουσιώτου. Με εφόδια το μεράκι και τον ενθουσιασμό για τις απόκριες η κ. Αμαλία έραβε κάθε χρόνο επτά καρναβαλίστικες στολές για τις τέσσερες κόρες της και τα τρία της αγόρια. Οι ιδέες δεν έλειπαν ποτέ, οπότε με τα χρόνια το άτυπο βεστιάριο της κ. Αμαλίας ολοένα και μεγάλωνε. Έτσι, το 1965 κάποιος συγγενής τη ρώτησε τι έχει σκοπό να κάνει με τόσες στολές που είχαν μαζευτεί στα ερμάρια, και της έβαλε την ιδέα να τις ενοικιάζει. Φυσικά η νεολαία της γειτονιάς πολλές φορές είχε δανειστεί δωρεάν στολές της κ. Αμαλίας. Η συγγενική προτροπή σύντομα πήρε σάρκα και οστά. Η κ. Δρουσιώτου ξεκίνησε δειλά-δειλά να ενοικιάζει τις στολές της, να σπέρνει και στην πιο αστική και σοβαρή Λευκωσία την ιδέα του καρναβαλιού, της πελλόμασκας και το «δαιμόνιο» της μεταμφίεσης. Ακολούθησαν πολλά ταξίδια στην Αθήνα, όπου η κ. Αμαλία με ζήλο αναζητούσε βιοτεχνίες που ικανοποιούσαν τα δικά της ποιοτικά στάνταρτ, ποτέ άλλωστε δεν υπέκυπτε σε χαμηλής ποιότητας στολές. Καταλάβαινε ότι οι στολές που ενοικιάζονται πρέπει να είναι ανθεκτικές, να μπορούν επαναχρησιμοποιηθούν και να βρίσκονται πάντοτε στην καλύτερη δυνατή κατάσταση.

Από το μακρινό πια 1965 που η κ. Αμαλία Δρουσιώτου αξιοποίησε τον ιδιόκτητό της χώρο μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 1990 το κατάστημα διοικείτο αποκλειστικά από την ίδια, ώσπου ο ένας της γιος, ο Μάριος Δρουσιώτης, σιγά-σιγά άρχισε να παίρνει τα ηνία από τη μητέρα του, με την ίδια φυσικά να βρίσκεται όσο περισσότερες ώρες μπορούσε στο καταθετήριο της ψυχής της, το κατάστημα που με τόσο μεράκι είχε καταφέρει να κάνει σημείο αναφοράς της καρναβαλίστικης Κύπρου.

Ο σημερινός ιδιοκτήτης Μάριος Δρουσιώτης μάς είπε ότι από την εποχή που με τον Καρυδά, (μεταφορέα της εποχής), έστελναν στολές σε ολόκληρη την Κύπρο –με ειδικές βαλίτσες μεταφοράς και πληρώνοντας εισιτήριο θέσης επιβάτη–, μέχρι τις μέρες μας, έχοντας περάσει πια 50 χρόνια το κατάστημα Μασκέ Αμαλίας έχει εδραιωθεί. Ρωτώντας τον κ. Δρουσιώτη πώς αντεπεξέρχεται το κατάστημα τις περιόδους εκτός καρναβαλιού μας είπε ότι υπάρχει συνεργασία με σχολεία, που ενοικιάζουν στολές για τα θεατρικά τους έργα, τις ειδικές εκδηλώσεις τους (1η Απριλίου, 25η Μαρτίου κτλ.), αλλά και με κανάλια για σκοπούς τηλεοπτικών παραγωγών, και ερασιτεχνικά θέατρα και θιάσους για τις παραστάσεις τους.

b_15_amalia1

Το βραβείο που έγραψε ιστορία κέρδισε και μία θέση στα πρωτοσέλιδα της εποχής τον Φεβρουάριο του 1969 (εφ. Αγώνας 19 Φεβρουαρίου 1969).

Το Κυπριακό… αλλιώς
Ο σύζυγος της κ. Αμαλίας Παντελάκης Δρουσιώτης εργαζόταν στο περίφημο τότε ξενοδοχείο Λήδρα Πάλας και οι καθημερινές παραστάσεις του ήταν γεμάτες εικόνες πολιτικών, επιφανών Κυπρίων, αλλά και εκδηλώσεις. Τον Φεβρουάριο του 1969 με τη λήξη της δεύτερης φάσης των διακοινοτικών, οι συνομιλητές Κληρίδης και Ντενκτάς σε κοινή δήλωσή τους διατύπωναν «συγκρατημένη αισιοδοξία», για μία ειρηνική συμβίωση Ε/κ και Τ/κ, τα πήγαινε έλα των δύο ηγετών στο Λήδρα Πάλας ήταν συνεχή και εντατικά, πράγμα που ο κ. Παντελάκης μετέφερε στο σπίτι του, εκφράζοντας ίσως και την αγωνία του για το μέλλον του νησιού. Η κ. Αμαλία, δημιουργική και ευφάνταστη, σκέφτηκε τα πράγματα αλλιώς, να ντύσει τα δύο της παιδιά, τα δύο αδέλφια Μάριο και Φίλιππο, Γλαύκο Κληρίδη και Ραούφ Ντενκτάς αντίστοιχα, έχοντας ίσως στο πίσω μέρος του μυαλού της ότι και οι δύο ηγέτες μοιράζονταν τον ίδιο τόπο, όπως τα δύο παιδιά το παιδικό τους δωμάτιο. Μπήκαν μπροστά, λοιπόν, βελόνες και σακοράφες, υφάσματα και κλωστές, περούκες και χαρτοφύλακες φερμένα από το εξωτερικό από την κ. Αμαλία, φαντασία και μεράκι, και τα δύο παιδιά παρουσιάστηκαν ως Κληρίδης και Ντενκτάς στις 13 Φεβρουαρίου του 1969 στο αποκριάτικο πάρτι του ΑΠΟΕΛ στο Λήδρα Πάλας. Μάλιστα, όπως μας αφηγήθηκε ο κ. Μάριος ο κάθε αδελφός κατέφθασε στο ξενοδοχείο ξεχωριστά με αυτοκίνητο που τους αποβίβασε στην κεντρική είσοδο του Λήδρα Πάλας, αναπαριστώντας κατά κάποιο τρόπο τις συνομιλίες της περιόδου. Η εμφάνιση αυτή, όπως είναι φυσικό, έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση σε όλους, δίνοντας στα δύο αδέλφια το πρώτο βραβείο σε σχετικό διαγωνισμό του χορού. Βέβαια, η μαεστρία της κ. Αμαλίας κατάφερε να πάρει και το δεύτερο βραβείο του διαγωνισμού, αφού οι αδελφές του βραβεύτηκαν ως Δαίδαλος και Ίκαρος.

hom_15-01

Οι νικητές της βραδιάς.

  Η Καθημερινή Κύπρου, 15 Φεβρουαρίου 2015

Σύνδεσμός

Κυκλοφόρησε το τεύχος 22 του διαδικτυακού περιοδικού βυζαντινής ιστορίας «Porphyra»

untitledΠεριεχόμενα τεύχους Δεκεμβρίου 2014 :

1. Michael Edward Stewart, The First Byzantine Emperor? Leo I, Aspar and Challenges of Power and Romanitas in Fifth-century Byzantium
2. Mauro Mormino, Padri, figli e principi di autorità spirtuale: spunti e suggestioni dall’epistola  88 (28 settembre 865) di Papa Nicola I e Michele III l’Amorita
3. Frank McGough, Symbiosis: the survival of Greek Christianity in the Norman Kingdom of Sicily
4. Maria Carolina Campone, Sereno di Antinopoli e la cupola di Haghia Sophia a Costantinopoli. Nuove ipotesi per le fonti di Anthemio e Isidoro
5. Oliver Gerlach, “The heavy mode (Echos Barys) on the fret Arak” Orthodox chant in Istanbul and the various influences during the Ottoman Empire
6. David Joseph Wrisley, Spatial humanities: an agenda for pre-modern research

Βιβλιοκρισίες
1. Donne di Comunione: Vite di monache d’oriente e d’occidente, Rosa Conte
2. El fuego griego. Memoria de El Greco en Castilla-La Mancha, Giorgio
Vespignani
3. A Study of the Rhodian Sea-Law, X.-b. Wang

Συντακτική επιτροπή:

Bergamo Nicola
Flaminia Beneventano
Giovanni U. Cavallera
Απόστολος Κουρουπάκης

 

Διαβάστε on line: http://www.porphyra.it/?p=458

Οι αρσακειάδες της Κύπρου συστήνονται

det_arsakeiades_4

Ο χαλκέντερος ερευνητής και ιστοριοδίφης Αριστείδης Κουδουνάρης έδωσε ακόμη έναν πολύτιμο τόμο στο φιλίστορο κοινό, αλλά και σε όλους όσοι επιθυμούν να γνωρίσουν λίγα περισσότερα πράγματα για τις αρσακειάδες της Κύπρου. Η τόμος αυτός έρχεται να συμπληρώσει τις δύο προηγούμενες εκδόσεις του συγγραφέα σχετικά με τη συμβολή του Αρσακείου στην παιδεία της Κύπρου (α. «Συμβολή του Αρσακείου στην Παιδεία της Κύπρου», Επιστημονική Επετηρίς Κυπριακής Εταιρείας Ιστορικών Σπουδών 8 (2008) και β. «Συμβολή του Αρσακείου στην Παιδεία της Κύπρου», πρακτικά Δ΄ Κυπρολογικού Συνεδρίου, τ. Γ-1 (2012).

Ο νέος τόμος του Αριστείδη Κουδουνάρη κάνει γνωστές στο ευρύ κοινό 97 Κύπριες Αρσακειάδες που εκπαιδεύτηκαν σε ένα από τα πιο γνωστά εκπαιδευτικά ιδρύματα του ελληνικού χώρου, το Αρσάκειο, το σχολείο που ίδρυσε η Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία Αθηνών, και βρήκε στην πορεία προστάτη και μέγα ευεργέτη τον Ηπειρώτη Απόστολο Αρσάκη, ο οποίος ζούσε στο Βουκουρέστι της Ρουμανίας και το 1850 χρηματοδότησε την ολοκλήρωση των εργασιών ανοικοδόμησης του κτηρίου, οπότε και μετονομάζεται σε «Αρσάκειον».

Arsakeio_1Στο Αρσάκειον Γυμνάσιον φοίτησαν πολλές θυγατέρες Κυπρίων που με το πέρας των σπουδών τους επέστρεψαν στη γενέτειρά τους ή τόπο καταγωγής τους μεταλαμπαδεύοντας τις γνώσεις που έλαβαν. Σε εποχές ταραγμένες και έντονων πολιτικών διεργασιών η δραστηριοποίηση των γυναικών αυτών στάθηκε καταλύτης ώστε να μην εδραιωθούν ιδέες που διατάρασσαν την ιστορικότητα του νησιού.

Οι αρσακειάδες της Κύπρου άμα τη αφίξει τους στο νησί αιμοδότησαν τα παρθεναγωγεία του νησιού με προσοντούχες δασκάλες, ικανές να εκπαιδεύσουν τα νεαρά κορίτσια με ό,τι ήταν απαραίτητο, σύμφωνα πάντα με τα δεδομένα και τα ήθη της εποχής. Μερικές από τις πιο σημαντικές αρσακειάδες είναι η Περσεφόνη Παπαδοπούλου, Αθηναΐς Χριστοφάκη Λανίτου, Ερατώ Καρύκη, Κατίνα Αντωνιάδου και άλλες πολλές, οι οποίες φώτισαν γενιές ολόκληρες Κυπρίων κορασίδων.

Arsakeio1

Στο τόμο βιογραφούνται σχεδόν 100 αρσακειάδες, με στοιχεία που ο συγγραφέας αρύεται από διάφορες πηγές, αλλά και από απογόνους των γυναικών αυτών, φέρνοντας στο φως χρήσιμες πληροφορίες που συμπληρώνουν όσα γνωρίζουμε για τις γυναίκες αυτές, και σε πολλές περιπτώσεις γίνονται αφορμή για περαιτέρω έρευνα και εμβάθυνση. Τα σύντομα βιογραφικά σημειώματα των αρσακειάδων χωρίζονται σε δύο τμήματα, στο πρώτο βιογραφούνται οι αρσακειάδες της πρώτης περιόδου και στο δεύτερο εκείνες της νεότερης εποχής, καταδεικνύοντας την αδιάλειπτη παρουσία της Κύπρου στο Αρσάκειο.

Ο τόμος συμπληρώνεται από ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον φωτογραφικό παράρτημα, όπου παρουσιάζονται φωτογραφικά πορτρέτα των μαθητριών του Αρσακείου, απολυτήρια και άλλα ιστορικά τεκμήρια της κυπριακής παρουσίας στο Αρσάκειον Γυμνάσιον.

Το νέο πόνημα του Αριστείδη Κουδουνάρη που αφορά τις κύπριες αρσακειάδες οπωσδήποτε έρχεται να συμπληρώσει τις γνώσεις μας σχετικά με τις ενδιαφέρουσες προσωπικότητες των γυναικών αυτών που με κόπο πολύ γαλούχησαν γενεές ολόκληρες κυπρίων γυναικών. Ο συγγραφέας με την έκδοση του παρόντος τόμου αποδίδει τρόπον τινά τις οφειλόμενες ευχαριστίες ολόκληρης της Κύπρου για τον συνεχή και δύσκολο αγώνα των γυναικών αυτών που ανασήκωσαν στους ώμους τους το φορτίο της μόρφωσης των γυναικών του νησιού και της διατήρησης και διαιώνισης της ελληνικής παιδείας στην Κύπρο.

Απόστολος Κουρουπάκης, Καθημερινή Κύπρου, 9/11/2014